endogène
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Προφορά
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| endogène | endogènes |
endogène (fr) αρσενικό ή θηλυκό