engage
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
engage (en)
- (αμετάβατο) δεσμεύομαι ότι θα κάνω κάτι, υπόσχομαι, εγγυώμαι ότι θα το κάνω
- (στην παθητική) αρραβωνιάζομαι, μνηστεύομαι
- (μεταβατικό) απασχολώ ή προσλαμβάνω κάποιον εργαζόμενο
- (μεταβατικό) (με την πρόθεση in) εμπλέκομαι σε μια δραστηριότητα, καταπιάνομαι με κάτι
- ...