ensue

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Ρήμα

ensue  (en)

  1. (παρωχημένο) ακολουθώ (έναν ηγέτη, μια κλίση κλπ)
  2. επακολουθώ (ως αποτέλεσμα)
    Take three freshmen, 6 bottles of wine, and hilarity will ensue.
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες