ensue
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
ensue (en)
- (παρωχημένο) ακολουθώ (έναν ηγέτη, μια κλίση κλπ)
- επακολουθώ (ως αποτέλεσμα)
- Take three freshmen, 6 bottles of wine, and hilarity will ensue.