entorse
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- entorse < αρχαίο γαλλικό ρήμα entordre
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| entorse | entorses |
entorse (fr) θηλυκό
- το στραμπούληγμα
- (μεταφορικά) η παρέκκλιση
- une entorse au règlement - μια παρέκκλιση από τον κανονισμό