excusable
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- excusable < excuser
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| excusable | excusables |
excusable (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- που μπορεί να συγχωρηθεί
- που πρέπει να συγχωρηθεί