exil
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- exil < λατινικά ex(s)ilium.
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| exil | exils |
exil (fr) αρσενικό
- η εξορία