exposure
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| exposure | exposures |
exposure (en)
- η έκθεση
- a sunny exposure - έκθεση στον ήλιο