extension
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
extension (en)
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɛks.tɑ̃.sjɔ̃/
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| extension | extensions |
extension (fr) θηλυκό
- η επέκταση
[
]
- → δείτε τη λέξη: étendre