extinction
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
extinction (en)
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
- extinction < λατινική exstinctio < exstinguere, σβήνω
Προφορά
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| extinction | extinctions |
extinction (fr) θηλυκό
Συγγενικές λέξεις
- extincteur
- extinctif
- extinction