extinguish
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
extinguish (en)
- σβήνω (φωτιά)
- καταστρέφω, εξαφανίζω, εξολοθρεύω
- κάνω κάτι να σκοτεινιάσει ή να μη φαίνεται