extra

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Επίθετο[]

extra (fr) αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

  1. καταπληκτικός, θαυμάσιος, απίστευτος, φανταστικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
extra extras

extra (fr) αρσενικό

  1. κάτι το πρόσθετο, που δεν έχει προβλεφτεί
  2. υπηρέτης και γενικότερα μέλος του προσωπικού που προσλαμβάνεται προσωρινά