extrinsèque

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Επίθετο[]

ενικός πληθυντικός
extrinsèque extrinsèques

extrinsèque (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. εξωτερικός, που δεν αποτελεί μέρος αυτού για το οποίο γίνεται λόγος

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]