exuberant
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
exuberant (en)
- εξαιρετικά ενεργητικός και ενθουσιώδης, κεφάτος, πληθωρικός
- (για πράγματα) που χαρακτηρίζεται από αφθονία, πληθωρικός