face
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
face (en)
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| face | faces |
face (fr) ) θηλυκό
- η όψη
- la face cachée de la Lune - η κρυμένη όψη της Σελήνης
- (οικείο) το πρόσωπο, η φάτσα
- η « κορόνα », το μέρος ενός νομίσματος που φέρει ένα ανάγλυφο σχέδιο, π.χ. ένα πρόσωπο, κ.α.
[
] Εκφράσεις
- pile ou face: « κορόνα ή γράμματα »
[
]
Ρουμανικά (ro)
[
]
Ρήμα
face (ro)