fang
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
fang (en)
- ο κυνόδοντας
- το μυτερό δόντι των φιδιών από το οποίο βγαίνει το δηλητήριο
Ρήμα [
]
fang (en)
- επιτίθεμαι δαγκώνοντας με τον κυνόδοντα