favo
Από Βικιλεξικό
Εσπεράντο (eo) [
]
Ετυμολογία [
]
- favo < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | favo | favoj |
| αιτιατική | favon | favojn |
favo (eo)
- η κασίδα