favour
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
favour (en) (ΗΒ) και favor (ΗΠΑ)
- χάρη (ενέργεια που θα ευχαριστήσει κάποιον)
favour (en) (ΗΒ) και favor (ΗΠΑ)