femme
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
femme
<
λατινική
femina
Ουσιαστικό
ενικός
πληθυντικός
femme
femmes
femme
(fr)
θηλυκό
η
γυναίκα
η
σύζυγος
Κατηγορίες
:
Γαλλικές λέξεις λατινικής προέλευσης
|
Γαλλική γλώσσα
|
Ουσιαστικά (γαλλικά)
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δοκιμάστε την Beta
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
Afrikaans
Català
Česky
Deutsch
English
Español
Eesti
Suomi
Français
Frysk
Gaeilge
Galego
Magyar
Bahasa Indonesia
Ido
Italiano
日本語
한국어
Kurdî / كوردی
Limburgs
ລາວ
Nederlands
Norsk (bokmål)
Occitan
Polski
Português
Română
Русский
Svenska
Kiswahili
தமிழ்
ไทย
Türkçe
Українська
Tiếng Việt
中文