finto
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Ιταλικά (it)
[
]
Επίθετο
[
]
ενικός
ενικός
πληθυντικός
αρσενικό
finto
finti
θηλυκό
finta
finte
finto
(it)
ψευδής
,
τεχνητός
,
απομίμηση
κλιτή μορφή του
ρήματος
παθητική
μετοχή
του
προσποιείται
Κατηγορίες
:
Ιταλική γλώσσα
Επίθετα (ιταλικά)
Μενού πλοήγησης
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία νέου λογαριασμού
Σύνδεση
Χώροι ονομάτων
Σελίδα
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραθέστε αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Deutsch
English
Suomi
Français
Galego
हिन्दी
Bahasa Indonesia
Ido
Italiano
Malagasy
Polski
தமிழ்
ไทย
Tagalog
中文