firma
Από Βικιλεξικό
[
]
Εσπεράντο (eo)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Επίθετο
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | firma | firmaj |
| αιτιατική | firman | firmajn |
firma (eo)