fling
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
fling
(en)
ανάπαυλα
, περίοδος χωρίς σκοτούρες
βραχυχρόνια σεξουαλική
σχέση
Ρήμα
fling
(en)
(
αόρ.
:
flung
,
παθ. μτχ.
:
flung
)
εκσφενδονίζω
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
|
Ουσιαστικά (αγγλικά)
|
Ρήματα (αγγλικά)
|
Αγγλικά ανώμαλα ρήματα
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δοκιμάστε την Beta
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
Български
English
Suomi
Français
Magyar
Ido
Italiano
한국어
മലയാളം
Polski
Русский
తెలుగు
Українська
Tiếng Việt
中文