fluctuate
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
fluctuate (en)
- (μεταβατικό) αυξομειώνω
- (αμετάβατο) αυξομειώνομαι
- (αμετάβατο) κυμαίνομαι
- (αμετάβατο) διακυμαίνομαι