for
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
Προφορά
Ουσιαστικό
for (fr) αρσενικό
- (λόγιο) le for intérieur - το δικαστήριο της συνείδησης
- en mon (ton, son...) for intérieur - κατά βάθος, η συνείδησή μου
Ομώνυμα
Εσπεράντο (eo)
Επίρρημα
for (eo)