foray
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
foray
(en)
μία σύντομη και αιφνίδια
επίθεση
και διάσχιση των συνόρων·
επιδρομή
μία σύντομη
εκδρομή
ή
απόπειρα
έξω από τις συνήθειες κάποιου
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
Ουσιαστικά (αγγλικά)
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Περιοχές ονομάτων
Άρθρο
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Αναφέρεται αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
English
Eesti
Suomi
Français
Ido
ಕನ್ನಡ
한국어
မြန်မာဘာသာ
Polski
Română
தமிழ்
తెలుగు
Tiếng Việt
中文