froth
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
froth (en)
- ο αφρός στην επιφάνεια ενός υγρού (πχ. μπίρας)
- ασήμαντο γεγονός στο οποίο ωστόσο δίνεται σημασία· ανοησία
[
]
Ρήμα
froth (en)