fucking

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Επίθετο

fucking  (en)

  1. (χυδαίο) γαμημένος
    You fucking kids get off of my lawn!
  2. (χυδαίο) χρησιμοποιείται (χωρίς πάντα αρνητική σημασία) για έμφαση
    This is a big fucking deal! (ο Τζο Μπάιντεν μιλώντας στον Μπαράκ Ομπάμα για την μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας, 23 Μαρτίου 2010)

[] Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις

  • ορισμένες φορές αποδίδεται καλύτερα στα ελληνικά με το πρόθημα κωλο- ή βρωμο-.
  • χρησιμοποιείται (για έμφαση) ως ένθημα σε μερικά επίθετα: πχ. un-be-fucking-lievable ή in-fucking-credible


[] Open book 01.svg Επίρρημα

fucking  (en)

  1. (χυδαίο) χρησιμοποιείται για να δώσει έμφαση σε αυτό που δηλώνει ο ομιλητής
    I fucking hate this place. Whose bright idea was it to come here, anyways?
    You have to go see this movie, it's fucking awesome!


[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

fucking  (en)

  1. (χυδαίο) το γαμήσι (η σεξουαλική πράξη)
    cute blonde gets a good fucking from behind


[] Open book 01.svg Ρηματικός τύπος

fucking  (en)

  • γερούνδιο του ρήματος fuck
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες