gałąź

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈɡawɔ̃w̃ɕ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

gałąź (pl) αρσενικό

  1. το κλαδί (δέντρου)
  2. ο κλάδος (επιχειρηματικός, επιστημονικός κλπ.)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα
    dział