gicler
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ρήμα
gicler (fr)
- πιτσιλώ
- (αργκό) φεύγω, « την κάνω »
-
συνώνυμα: → δείτε τη λέξη: s'arracher
-
gicler (fr)