gnaque
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- gnaque, ίσως από το gnaque της Λυών (= δόντι) ή από το οξιτανικό nhac (που δαγκώνει, «τσουχτερός»)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
gnaque (fr) θηλυκό μόνο στον ενικό, δεν συνηθίζεται στον πληθυντικό
- (οικείο) όρεξη για συναγωνισμό, θέληση για νίκη, μαχητικότητα
- Notre entraîneur nous a demandé plus de gnaque.
- (οικείο) (κατ' επέκταση) η φόρμα, το κέφι
- Je n’ai plus la gnaque depuis que j’ai perdu mon frère.