graphème
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| graphème | graphèmes |
graphème (fr) αρσενικό
- το γράφημα
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| graphème | graphèmes |
graphème (fr) αρσενικό