grave
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Προφορά
[
]
Ετυμολογία
[
]
Επίθετο
grave (en) συγκριτικός graver, υπερθετικός gravest
- (παρωχημένο) πολύ βαρύς
- His shield grave and great. —Chapman.
- σοβαρός, σημαντικός (λέγεται χαρακτήρες, σχέσεις κ.λπ.)
- grave' deportment, character, influence
- Most potent, grave, and reverend seigniors. —Shakespeare.
- A grave and prudent law, full of moral equity. —Milton.
- σοβαρός, όχι ελαφρός ή χαρούμενος
- a grave color; a grave face
- (μουσική) βαρύς, χαμηλός, βαθύς (για ήχους)
- (μουσική) σοβαρός και αργός
- Grave accent, δες το ουσιαστικό
[
]
Σημειώσεις
{Grave}, {Sober}, {Serious}, {Solemn.} Το sober υποθέτει την απουσία ευφροσύνης, ευθυμίας· έχει ως αντώνυμα τα gay (χαρούμενος) ή flighty (ανόητος)· π.χ. sober thought. Το serious υπονοεί την ύπαρξη περίσκεψης και αντιτίθεται στα jocose ή sportive· π.χ. serious and important concerns. To grave υποδηλώνει μια κατάσταση του νου, εμφάνιση κ.λπ. και έχει ως αντώνυμα τα hilarity of feeling ή vivacity of manner· π.χ. a grave remark; grave attire. Το solemn δηλώνει τον ύψιστο βαθμό σοβαρότητας· π.χ., a solemn admonition; a solemn promise.
[
]
Συνώνυμα
[
]
Ουσιαστικό 1
grave (en)
- βαρεία (τόνος)
- è is an e with a grave accent
[
] Ετυμολογία 2
- από το παλαιό αγγλικό grafan
[
]
Ρήμα
grave (en) αόριστος: graved ή grove, παθητική μετοχή: graved ή graven
- (μεταβατικό) σκάβω (απαρχαιωμένο)) Chaucer.
- He hath graven and digged up a pit. —Ψαλμοί VII 16 (Book of Prayer).
- (μεταβατικό) χαράζω ή σκαλίζω γράμματα ή μορφές σε σκληρή επιφάνεια, π.χ πέτρα
- (μεταβατικό) λαξεύω μια μορφή
- With gold men may the hearte grave. —Chaucer.
- (μεταβατικό) εντυπώνω βαθιά στο μυαλό
- O! may they graven in thy heart remain. —Prior.
- (μεταβατικό) ενταφιάζω, θάβω (απαρχαιωμένο) —Chaucer.
- Lie full low, graved in the hollow ground. —Shakespeare.
- (μεταβατικό, ναυτικό) καθαρίζω τη βάση ενός σκάφους και την αλείφω με πίσσα
- (αμετάβατο) γράφω ή σχεδιάζω σε μια σκληρή επιφάνεια, χαράζω
[
] Ετυμολογία 3
Από το παλαιό αγγλικό græf
[
]
Ουσιαστικό 2
grave (en)
- τάφος
- He had lain in the grave four days. — Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο XI.,17.
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| grave | graves |
grave (fr) αρσενικό ή θηλυκό
[
]
[
]
Ρηματικός τύπος
grave (fr)
- πρώτο και τρίτο πρόσωπο ενικού της οριστικής ενεστώτα του graver
- δεύτερο πρόσωπο ενικού της προστακτικής του graver
- πρώτο και τρίτο πρόσωπο ενικού της υποτακτικής ενεστώτα του graver
[
]
Δανικά (da)
[
]
Ετυμολογία
Από το παλαιό νορβηγικό grafa
[
]
Ρήμα
grave (da)
[
]
Εσπεράντο (eo)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Επίρρημα
grave (eo)
[
]
Ισπανικά (es)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Επίθετο
grave (es)
[
]
[
]
Ρηματικός τύπος
grave (es)
- α' ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της υποτακτικής του ρήματος gravar
- γ' ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της υποτακτικής του ρήματος gravar
- γ' ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της προστακτικής του ρήματος gravar
[
]
Ιταλικά (it)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Επίθετο
grave (it)
[
]
Συνώνυμα
[
]
Αντώνυμα
[
]
- Αγγλικές λέξεις λατινικής προέλευσης
- Αγγλική γλώσσα
- Επίθετα (αγγλικά)
- Μουσική (αγγλικά)
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Ρήματα (αγγλικά)
- Γαλλικές λέξεις λατινικής προέλευσης
- Γαλλική γλώσσα
- Επίθετα (γαλλικά)
- Ρηματικοί τύποι (γαλλικά)
- Δανική γλώσσα
- Ρήματα (δανικά)
- Γλώσσα εσπεράντο
- Επιρρήματα (εσπεράντο)
- Ισπανικές λέξεις λατινικής προέλευσης
- Ισπανική γλώσσα
- Επίθετα (ισπανικά)
- Ρηματικοί τύποι (ισπανικά)
- Ιταλικές λέξεις λατινικής προέλευσης
- Ιταλική γλώσσα
- Επίθετα (ιταλικά)