gray
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Επίθετο [
]
gray (en)
Ουσιαστικό 1 [
]
gray (en)
Ουσιαστικό 2 [
]
gray (en)
- μονάδα που εκφράζει την απορρόφηση ραδιενέργειας από έναν οργανισμό· 1 Gray ισούται με ένα Joule ανά χιλιόγραμμο μάζας
- συντομογραφία: Gy