grease

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

grease  (en)

  1. λιωμένο ή μαλακό ζωικό λίπος
  2. οποιαδήποτε ουσία έχει ελαιώδη υφή, πχ η μπριγιαντίνη

[] Open book 01.svg Ρήμα

grease  (en)

  1. βάζω λίπος ή άλλη ουσία για να λιπάνω, γρασάρω
  2. λαδώνω (δωροδοκώ)

[] Εκφράσεις

  1. grease (someone's) palm: λαδώνω (δωροδοκώ)
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες