groom
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
groom (en)
- ο ιπποκόμος
- ο νεόνυμφος
- ο αξιωματικός των ανακτόρων (στην υπηρεσία του βασιλικού υπνοδωματίου)
[
]
Ρήμα
groom (en)
- επιδένω (άλογα, κλπ.)
- προετοιμάζω (για μία θέση στην πολιτική κλπ.)