gros
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Επίθετο
ενικός
πληθυντικός
αρσενικό
gros
gros
θηλυκό
grosse
grosses
gros
(fr)
χοντρός
Κατηγορίες
:
Γαλλική γλώσσα
Επίθετα (γαλλικά)
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Περιοχές ονομάτων
Άρθρο
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Αναφέρεται αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Cymraeg
Dansk
Deutsch
English
Español
Eesti
Suomi
Français
Galego
Magyar
Bahasa Indonesia
Ido
Italiano
日本語
한국어
Kurdî
Limburgs
Lietuvių
Malagasy
Nederlands
Polski
Русский
سنڌي
Svenska
Kiswahili
Tiếng Việt
Walon
中文