grotesque

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Επίθετο

ενικός πληθυντικός
grotesque grotesques

grotesque  (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. γελοίος, αλλόκοτος

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
grotesque grotesques

grotesque  (fr) αρσενικό

  • κάτι το γελοίο ή αλλόκοτο
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες