grovel
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
grovel (en)
- είμαι μπρούμυτα στο έδαφος
- έρπω, σέρνομαι
- ταπεινώνομαι
- φέρομαι με δουλικότητα για να πετύχω κάτι