guardian
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ετυμολογία en
- guardian < από την μεσαιωνική λέξη gardein < από τη γαλλική gardien (αρχαία γαλλικά)
[
]
Ουσιαστικό
guardian (en)
- φύλακας
- κηδεμόνας, επιτηρητής
- ηγούμενος σε μοναστήρι Φραγκισκανών