guimbarde
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| guimbarde | guimbardes |
guimbarde (fr) θηλυκό
- μικρό μουσικό όργανο. Αποτελείται από δυο σιδερένια ελάσματα που ο μουσικός κρατάει με το στόμα κι ένα μεταλλικό γλωσσίδι για να παίζει.
-
- (οικείο) κακοφτιαγμένη κιθάρα
- Il est monté sur sa guimbarde et il a disparu. Ανέβηκε στο σαράβαλό του κι έγινε καπνός.