guimbarde

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɡɛ̃.baʁd/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
guimbarde guimbardes

guimbarde (fr) θηλυκό

Il est monté sur sa guimbarde et il a disparu. Ανέβηκε στο σαράβαλό του κι έγινε καπνός.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]