gumption
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
gumption (en)
- ενεργητικότητα, ενθουσιασμός, πνεύμα πρωτοβουλίας
- she impressed them with her gumption
- κοινή λογική
gumption (en)