habilitation

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

habilitation (fr) θηλυκό

  1. (νομικός όρος) η δικαιοδοσία
  2. η άδεια που δίνεται σε κάποιον για να ασκήσει ένα επάγγελμα ή να διδάξει ορισμένα μαθήματα
    J'ai reçu mon habilitation pour l'enseignement de l'anglais. Πήρα την άδεια επάρκειας για τη διδασκαλία των αγγλικών.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: habile