heritage
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
heritage (en)
- κληρονομιά (π.χ. πολιτιστική κληρονομιά)
- κληρονομικό δικαίωμα, ιδιότητα που κληρονομείται