hide
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en)
Ρήμα
hide (en) (αόρ. : hid, παθ. μτχ. : hidden)
Ουσιαστικό
hide (en)
- το δέρμα ενός ζώου
- κατά το Μεσαίωνα, η έκταση γης που αρκούσε για να θρέψει μια ελεύθερη οικογένεια, περίπου 100 εκτάρια