hipoteza
Από Βικιλεξικό
Εσπεράντο (eo)
Ετυμολογία
- hipoteza < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Επίθετο
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | hipoteza | hipotezaj |
| αιτιατική | hipotezan | hipotezajn |
hipoteza (eo)
- υποθετικός, σχετικός με μια υπόθεση