hourly
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
hourly
(en)
ωριαίος
(που γίνεται ανά μία ώρα)
συχνός
που δεν πληρώνεται με μισθό αλλά με την ώρα
an
hourly
worker
[
]
Επίρρημα
hourly
(en)
σε ωριαία βάση,
ωριαίως
συχνά
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
Επίθετα (αγγλικά)
Επιρρήματα (αγγλικά)
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Περιοχές ονομάτων
Άρθρο
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Αναφέρεται αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
English
Español
Eesti
Français
Magyar
Ido
한국어
മലയാളം
မြန်မာဘာသာ
Polski
Simple English
Svenska
తెలుగు
Tiếng Việt
中文