hourly

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Επίθετο

hourly  (en)

  1. ωριαίος (που γίνεται ανά μία ώρα)
  2. συχνός
  3. που δεν πληρώνεται με μισθό αλλά με την ώρα
    an hourly worker


[] Open book 01.svg Επίρρημα

hourly  (en)

  1. σε ωριαία βάση, ωριαίως
  2. συχνά
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες