hypocondrie
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /i.pɔ.kɔ̃.dʁi/
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| hypocondrie | hypocondries |
hypocondrie (fr) θηλυκό