ignite
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
ignite (en)
- (μεταβατικό) αναφλέγω, βάζω φωτιά σε κάτι, ανάβω
- (μεταβατικό) (μεταφορικά) ενθουσιάζω
- (αμετάβατο) αναφλέγομαι, αρχίζω να καίγομαι