illimité
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Επίθετο [
]
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | illimité | illimités |
| θηλυκό | illimitée | illimitées |
illimité (fr)
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | illimité | illimités |
| θηλυκό | illimitée | illimitées |
illimité (fr)