imitation
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
imitation (en)
[
]
Συνώνυμα
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /i.mi.ta.sjɔ̃/
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| imitation | imitations |
imitation (fr) θηλυκό
[
] Εκφράσεις
- à l'imitation de με τον ίδιο τρόπο, κατά