immineo
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Λατινικά (la) [
]
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /imˈmi.ne.oː/
Ρήμα [
]
immineo (la) (immineo2, /, /, imminere: ελλειπτικό)